Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Οι ομάδες του Α4 έκλεισαν τη λέξη destino του Disney - Dali στη δική τους ιστορία...


ΟΜΑΔΑ Α΄
Η κοπέλα Destino ξεκίνησε ένα ταξίδι με σκοπό να ανακαλύψει την αγάπη. Αναζητούσε την αγάπη της σε διάφορες μορφές χωρίς αποτέλεσμα ώσπου βρήκε αυτό που έψαχνε σε ένα άγαλμα το οποίο μεταμορφωνόταν. Προσπάθησε πολύ να το συναντήσει αλλά το πεπρωμένο τους ήθελε χωριστά...
ΟΜΑΔΑ Β΄
Ένας ΄΄Θεός΄΄, όμορφος, πλούσιος, πανέξυπνος, γαλανομάτης ζούσε μια φορά κι έναν καιρό στην Χρυσούπολη. Άκουγε στο όνομα Γιάννης. Πολλές οι κατακτήσεις του. Τον ήθελε μέχρι και η Ευαγγελία η μαυρομάτα και η Έλενα η καστανομάλλα. Ένα βράδυ βγήκαν οι τρεις τους και έγινε το μοιραίο...
ΟΜΑΔΑ Γ΄
 Σε μια ουτοπική κοινωνία της Γαλλίας του 1940 ζούσε μια καταπιεσμένη γυναίκα η Destini που αγαπούσε πολύ το χορό και το όνειρό της ήταν να γίνει χορεύτρια και να κάνει ταξίδια στα πέρατα της γης. Ο πόλεμος όμως με τον χρόνο την εμπόδιζε να βρει την αληθινή αγάπη. Ξεκίνησε λοιπόν ένα ταξίδι και αφού πέρασε πολλές φορτούνες ''χορεύοντας'' συνάντησε επιτέλους τον άντρα των ονείρων της.Όμως η μοίρα επιφυλάσσει πολλές δυσκολίες γι αυτούς που συνεχίζουν να πολεμούν γιατί  αγάπη είναι να θυσιάζεσαι για το όνειρό σου...
ΟΜΑΔΑ Δ΄
Το τραγούδι της μοίρας
Η μάγισσα  Dianna μισούσε πολύ τη μουσική. Όταν  πέθανε η μουσική ανέστησε το πνεύμα της. Βρήκε τον πρώτο της μεγάλο έρωτα στον κόσμο των πνευμάτων. Συναντήθηκαν, χόρεψαν το ταγκό του ονείρου και ξαφνικά εμφανίστηκε μια γυναικεία μορφή , η Μοίρα και τον πήρε μακριά.Τρομαγμένη, άνοιξε τα μάτια και είδε δίπλα της τον αγαπημένο της. Άκουσε το τραγούδι που χόρεψε μαζί του και κατάλαβε πως ήταν όλα ένα όνειρο. Από τότε αγάπησε τη μουσική...



(Μελετώντας τα φύλα στη λογοτεχνία)



Ο ΠΙΑΝΙΣΤΑΣ

πώς μπόρεσαν να φερθούν απάνθρωπα  οι ναζί  σε εκατομμύρια άντρες, γυναίκες και παιδιά μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι; 

Η συγκλονιστική μαρτυρία ενός ανθρώπου, ενός μουσικού που αντιστάθηκε στο
θάνατο αλλά και το ημερολόγιο ενός γερμανού αξιωματικού που διέσωσε την ανθρωπιά του μέσα στην κτηνωδία
αποδίδουν την προσωπική ιστορία του σκηνοθέτη, Ρόμαν Πολάνσκι...

Το 1939 ο Βλαντισλάβ Σπίλμαν, νεαρός τότε πιανίστας στη Βαρσοβία, έπαιζε το Νυχτερινό του Σοπέν σε ντο δίεση ελάσσονα ζωντανά στο ραδιόφωνο. Ήταν οι τελευταίες νότες που αναμεταδόθηκαν στη Βαρσοβία, καθώς λίγο αργότερα μια γερμανική βόμβα κατέστρεψε τους πομπούς του Πολωνικού Ραδιοφώνου. 
 Το 1940, συγκεντρώνονται όλοι στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Εκεί αντιμετωπίζουν την πείνα, την καταδίωξη και τον εξευτελισμό από τους Ναζί και τον συνεχή φόβο του θανάτου ή βασανισμού. Σύντομα, τους πηγαίνουν στις εγκαταστάσεις εξολόθρευσης στην Τρεμπλίνκα. Ο Βλαντισλάβ σώζεται την τελευταία στιγμή από έναν αστυνομικό του Εβραϊκού Γκέτο, που τυγχάνει να είναι οικογενειακός φίλος. Μακριά πλέον από την οικογένειά του, παραμένει στο Γκέτο ως εργάτης-σκλάβος στις γερμανικές μονάδες κατασκευής ενώ αργότερα αφήνεται στη βοήθεια όσων μη-Εβραίων γνωστών του τον θυμούνται ακόμα.
Όσο ζει κρυμμένος, γίνεται μάρτυρας πολλών θηριωδιών που διαπράττουν τα Ες-Ες, όπως μαζικές δολοφονίες, ξυλοδαρμούς και εμπρησμούς. Παρακολουθεί επίσης την επανάσταση που λαμβάνει χώρα στο Γκέτο, χωρίς να μπορεί να προσφέρει ή να αντιδράσει με άλλο τρόπο. 
Το 1941 η ζωή στη Βαρσοβία γίνεται όλο και χειρότερη. Η Πολωνική αντίσταση γνωρίζει αποτυχίες ενάντια στη γερμανική κατοχή, κάτι που οδηγεί στη ραγδαία μείωση του πληθυσμού. Ο Σπίλμαν εν τω μεταξύ, αγγίζει το θάνατο λόγω αρρώστιας (ίκτερου) και υποσιτισμού. Μετά την απομάκρυνση όλου του πληθυσμού της Βαρσοβίας και των Γερμανών λόγω του Ρώσικου στρατού που πλησιάζει, μένει εντελώς μόνος.
Τριγυρνά στα λιγοστά σπίτια που δεν έχουν καταστραφεί εντελώς και ψάχνει για φαγητό. Ενώ προσπαθεί απεγνωσμένα να ανοίξει μια κονσέρβα διαπιστώνει με τρόμο πως κάποιος τον παρακολουθεί. Ωστόσο δεν ήταν η περίπολος, αλλά ένας ένστολος Γερμανός, ο Βιλμ Χόσενφελντ. Ο Σπίλμαν έχει παραλύσει στην ιδέα του θανάτου, αλλά ο Γερμανός του ζητά απλά να του παίξει κάτι στο πιάνο. Ο Σπίλμαν, μια σκιά πλέον του παλιού εαυτού του, παίζει την Μπαλάντα του Σοπέν. Ο Γερμανός συγκινημένος του επιτρέπει να συνεχίσει να κρύβεται στη σοφίτα και του φέρνει τακτικά φαγητό, σώζοντάς του τη ζωή.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, οι Γερμανοί αναγκάζονται να υποχωρήσουν λόγω του Κόκκινου Στρατού. Στην τελευταία τους συνάντηση, ο Γερμανός ρωτά τον Σπίλμαν το όνομά του και όταν εκείνος του απαντά, αναφωνεί πως είναι ταιριαστό όνομα για πιανίστα (το Szpilman είναι ομόφωνο του γερμανικού spielmann που σημαίνει «αυτός που παίζει»), και του υπόσχεται πως θα τον ακούει στο ραδιόφωνο. Επίσης του δίνει το σακάκι του, κάτι που παραλίγο να αποβεί μοιραίο αφού οι Πολωνοί τον μπερδεύουν για Γερμανό.
Σε ένα κοντινό στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο Γερμανός ευεργέτης του Σπίλμαν βρίσκεται εκεί μαζί με πολλούς άλλους Γερμανούς και παρακαλεί έναν Πολωνό μουσικό να μιλήσει στον Σπίλμαν για να τον ελευθερώσει. Ο Σπίλμαν, που πλέον εργάζεται ξανά στον ραδιοφωνικό σταθμό, φτάνει πολύ αργά. Όλοι οι αιχμάλωτοι έχουν μεταφερθεί χωρίς να αφήσουν ίχνος πίσω τους. 

 Ο Σπίλμαν παρέμεινε στη Βαρσοβία όπου πέθανε το 2000 σε ηλικία 88 ετών ,ο Γερμανός ευεργέτης του πέθανε το 1952 σε ένα Σοβιετικό στρατόπεδο, μετά από εφτά χρόνων απάνθρωπα βασανιστήρια, σε κατάσταση πλήρους ψυχικής διαταραχής. Ο Σπίλμαν τον έψαχνε για ένα χρόνο. Το 1950 έμαθε το όνομα, προσπάθησε να τον απελευθερώσει χωρίς, όμως, επιτυχία. Το 1957 επισκέφθηκε την οικογένεια του στη Δυτική Γερμανία.

Σε απάνθρωπες εποχές, το να είσαι άνθρωπος δείχνει μερικές φορές  η ρ ω ι σ μ ό.


Οι Los Angeles Times το ανακήρυξαν βιβλίο της χρονιάς (1999) στην Αμερική, στην κατηγορία non fiction. Οι Sunday Times του Λονδίνου το κατέταξαν στις πρώτες πέντε βιογραφίες του 1999. Το γαλλικό λογοτεχνικό περιοδικό Lire το ανακήρυξε βιβλίο της χρονιάς το 2001. Το βιβλίο έχει ήδη πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα σε όλο τον κόσμο.



Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ, Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΥ


Δραματουργία-σκηνοθεσία: Δήμος Αβδελιώδης
Το αυτοβιογραφικό έργο του Βιζυηνού σε απαγγελία. Δύο ηθοποιοί, τέλεια εκφορά του λόγου,
ακύμαντη όμως υποκριτική.Έμφαση, ένταση, σύγκρουση με ακίνητο-όρθιο τον Γιωργή. Κι η Δεσποινιώ η Μιχαλιέσα σιωπηρή, πένθιμη, απολογητική, συντρίβεται χωρίς να σωριάζεται.
Ενοχλητική η ουδετερότητα , γιατί η λιτότητα σε ένα φόνο εξ αμελείας δεν συγκρούεται με τη θυσία του αρσενικού παιδιού  ώστε ο θεατής να ζυγιάσει την αδικία και να μάθει από το αμάρτημα.
Ετυμολογικά η λέξη θέατρο δεν προέρχεται από το ρ. θεάομαι-ώμαι=βλέπω;
Το δράμα δεν σχετίζεται με το δράω-δρώ= κάνω;
Μπορεί ο θεατής χωρίς να βλέπει δρώμενα να α ι σ θ ά ν ε τ α ι;;;
Το κείμενο μιλάει και λέει πολλά. Ένας ταλαντούχος σκηνοθέτης θα το ξεγυμνώσει ή θα το ντύσει;

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2016

δοκιμασία γραφής ... δοκιμή νιότης...κατά το δοκούν του Γα1

 η  δ ο κ ι μ α σ ί α   του Γα1  διαβάζοντας τον Κρητικό του Σολωμού
(συμπίλημα πολλών δοκιμαστικών  απαντήσεων)

Η κατάρρευση είναι αναπόφευκτη και ο δρόμος προς την ευτυχία φαντάζει αγίνωτος,επώδυνη διαδρομή με απαιτούμενη μελαγχολία. Οι εύθυμες στιγμές περνάνε γοργά. Άνθρωποι υπομονετικοί αναμένουν μια δόση ευτυχίας με την ελπίδα της κατάληξης ενός φαύλου κύκλου. Ίσως στο τέλος της διαδρομής να έπεται η ευθυμία, άλλωστε αν δεν υπήρχε θλίψη, δεν θα νιώθαμε τη λύτρωση. Η  απόρριψη του δεδομένου μας κάνει καλύτερους συνεπιβάτες των ανθρώπων...
 Ο Θεός απαλύνει τις αρρώστιες της ψυχής και μας φέρνει δοκιμασίες  για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας καλύτερα και να ανακαλύψουμε τις αντοχές και τα όριά μας...''Αδύνατον'' είναι η πρώτη λέξη για όποια δυσκολία δεν μπορούμε να υπερβούμε. Όλες οι δοκιμασίες που μας υποβάλλει η ζωή, μας κάνουν πιο δυνατούς και τη σκέψη μας ορθότερη ώστε να μπορούμε να γίνουμε οι άνθρωποι που επιθυμούμε να γίνουμε...


Σε κάθε διαδρομή τα εμπόδια που θα παρουσιαστούν καθιστούν τον άνθρωπο ικανό να αγωνιστεί για τα όνειρά του με μεγαλύτερο πάθος...Δοκιμασία σημαίνει κάτι το άγνωστο που δυσκολεύει τη ζωή μας...Όμως παρά τις δυσκολίες που περιλαμβάνει στο τέλος αφήνει μια γλυκιά αίσθηση...Έτσι συνειδητοποιούμε το νόημα της ζωής...

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

όλα τα ναι του κόσμου, ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΑΛΙΚΟΓΛΟΥ

Mια νεαρή μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδί της για το σχολείο και τη ζωή. «Να του λέτε παραμύθια».
 «Καλά τα παραμύθια, αλλά τι άλλο;» απόρησε η νέα μητέρα. «Πολλά παραμύθια», επέμεινε ο άνθρωπος που σφράγισε τη σύγχρονη επιστήμη. Και όταν η μητέρα ρώτησε τρίτη φορά, κάπως δύσπιστα: «Καλά, εντάξει, αλλά και τι άλλο;», ο Αϊνστάιν είπε πως «δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια».





"Κάποτε δεν ήμουν η Ελένη. Ήμουν το μανταρίνι, το γλυκό του κουταλιού. Η καρδιά του μαρουλιού, το τζιέρι. Κι άλλα πολλά ήμουν που εκείνη κάθε τόσο επινοούσε. Ζούσα σ' ένα αστέρι που το λέγαν Μία. Στη Μία δε σκοτεινιάζει ποτέ. Χιλιάδες κόκκινα μπαλόνια πετούν ανενόχλητα στον ουρανό''. Η Φωτεινή Τσαλίκογλου γράφει μια νουβέλα γευστική , ένα παραμύθι γλυκό για μικρούς και μεγάλους ,για την ευτυχία που μας κλέψανε τα ΄΄μην΄΄ και τα ''σαν''.

«Κι οι λέξεις, οι λέξεις είναι όλες στη θέση τους. Καταδεκτικές. Καλόβολες. Σε πλήρη αρμονία με αυτά που έχεις στο νου σου.» (σελ. 58)
«… Και μέσα μου βαθιά, για πρώτη φορά με τόση δύναμη, επιθύμησα να είμαι καλά. Να είμαι καλά για ν’ αφηγηθώ την ιστορία. Να βρω τις λέξεις, τις καλοσυνάτες, τις φιλικές λέξεις, για να μπορέσω να διηγηθώ την ιστορία» (σελ. 73-74).   Η καταπληκτική αυτή γιαγιά, στο μάθημα αστρο-γνωσίας που δίνει στην εγγονή της, επινοεί κι ένα ουτοπικό άστρο, όπου όλα τα όντα ζουν με Ειρήνη, Αγάπη και Αρμονία, όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη, αρρώστια, δάκρυ, ματαίωση, απόρριψη, όπου όλες οι επιθυμίες πραγματοποιούνται αμέσως μόλις εκδηλωθούν.
Τα παιδιά μένουν παιδιά, στα σχολεία είναι κάθε μέρα γιορτή. Οι μεγάλοι δεν μεγαλώνουν άλλο, μένουν πάντα όπως είναι» (σελ. 57-58). Εδώ μπαίνουν και πολλά συμβολικά μοτίβα, όπως το Φως και το Σκότος: «Και η ομίχλη, ακόμα κι αν το μόνο που αντίκριζα ήταν μια γαλακτερή ομίχλη που κάλυπτε τα πάντα, και τίποτα δεν φαινόταν παρά μόνο το απέραντο λευκό, ακόμα και τότε δε μ’ ένοιαζε. Γιατί έλεγα πως σε λίγο θα έλθει το φως και θ’ αποκαλυφθούν τα λαμπερά τοπία. Γιατί το φως και μόνο αυτό είναι το φυσικό. Γιατί στο φως είναι παραδομένη η Μία.

 Και με προορισμό το φως γεννήθηκε» (σελ. 59-60). Αυτός είναι και ο μόνος κανόνας στο παιχνίδι όπου συμπράττουν γιαγιά και εγγονή: η πίστη άνευ όρων και ορίων. Ούτε καν τα όρια της λογικής δεν ισχύουν.
Αλλά και το μοτίβο της σιωπής έχει την τιμητική του .«Ολωνών ο λόγος τη σιωπή θα είχε σαν αφετηρία. Άλλωστε, τόση ώρα που σου μιλάω, το θόρυβο αυτής της σιωπής δεν πασχίζω να καλύψω; Μα, ναι, μην κρυβόμαστε. Δεν ωφελεί. Μηνύματα, λέξεις, χειρονομίες, τι αλλάζει; Η σιωπή θα κυβερνά. Τα λόγια που θα ψάχνουν τις χαμένες σημασίες των λέξεων και κουρασμένα θα λιγοστεύουν, όλο και θα λιγοστεύουν. Και πρόσωπα θ’ αναζητούν το πρόσωπό τους. Τις ξένες πατρίδες μέσα στο ίδιο τους το αφιλόξενο σπίτι. Οι πάγοι κι έπειτα οι αναπάντεχες ξηρασίες» (σελ. 44-45). Κι αμέσως μετά ο δραματικός μονόλογος της μεγάλης Ελένης διαφοροποιείται. Η κλινική ψυχολόγος-συγγραφέας γνωρίζει πώς να αποφεύγει το Σκότος και να αλαφραίνει τον τόνο της κουβέντας, γνωρίζει πώς να προσθέτει φωτεινότερα χρώματα στον πίνακα του Ερέβους: «Τα παραλέω; Χάνομαι στην υπερβολή; Φταίει ίσως η διάθεσή μου, που αλλάζει καθώς σιγά-σιγά πέφτει το σκοτάδι. Κι άντε να βρω μέσα μου τα άλλα χρώματα. Άντε να μαντέψω μέσα στο μαύρο το χρυσαφένιο, το πορτοκαλί, το μοβ. Και μάλιστα, μονάχη μου, δίχως τη δική της παρουσία. Ολομόναχη» (σελ. 45).
Ο φανταστικός ακροατής της αφηγήτριας παύει να είναι ένας (στις σελίδες 75-76), και γίνονται όλοι οι αναγνώστες συμμέτοχοι του λογοτεχνικού παιχνιδιού της: «Δε με πιστεύετε; Ανοίξτε διάπλατα το παράθυρο και τα μάτια σας και κοιτάξτε πέρα μακριά στον ουρανό. Κι αν δεν διακρίνετε τίποτα, κάντε το με λίγο περισσότερη προσοχή. Με λίγο περισσότερη πίστη, Ή έστω, με λίγο περισσότερη χάρη. Ναι, η χάρη αρκεί!»




Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

κάτω από τον τίτλο ''ναυάγιο''

και με ανάγνωση του Κρητικού του ΣΟΛΩΜΟΥ
το Γα1 εμπνεύστηκε,δημιούργησε,έγραψε:



Οι άνθρωποι στις μέρες μας χαρακτηρίζονται από αχαριστία και έλλειψη αίσθησης της πραγματικής αγάπης. Θα μπορούσε να πει κανείς πως λειτουργούν σχεδόν μηχανικά, σαν «ρομποτάκια» των σύγχρονων ρυθμών ζωής, ξεχνώντας το νόημα της αμοιβαίας ανταλλαγής συναισθημάτων. Ο χρόνος για τη δημιουργία σχέσεων ανθεκτικών στο πέρασμα των ετών, είναι ανύπαρκτος. Συνέπειες της κατάστασης αυτής είναι η μελαγχολία και τελικά η αίσθηση μοναξιάς. Το άτομο συνειδητοποιεί, δυστυχώς πολύ αργά την αξία της αγάπης και όταν πλέον θα έχουν σβήσει τα φώτα, μόνο το όνειρο θα μπορεί να το «σώσει» έστω και για λίγο από τη σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα.

Ε.Π.

Ο χωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα, μπορεί να σε κάνει να νοιώσεις άπειρα συναισθήματα. Τα κυρίαρχα νομίζω πως είναι  η μοναξιά και η μελαγχολία. Ερωτεύεσαι, αφήνεσαι, τα δίνεις όλα και στο τέλος μένεις μόνος, να θυμάσαι τα πολλά που είχατε κάποτε μαζί. Ίσως πολλοί το θεωρούν υπερβολικό, όμως όταν μένεις δίπλα σε μια σχέση που ναυάγησε, που εσύ προσπάθησες να τη σώσεις όμως δεν το κατάφερες, χάνεις τον κόσμο σου και τον εαυτό σου. Κι όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο προφανώς δεν ερωτεύτηκε ποτέ, ώστε να νοιώσει τον πόνο που αφήνει πίσω του, ένας χαμένος έρωτας.

                                                                                 Δ.Κ.

Είχαν περάσει ήδη πέντε μήνες από το χωρισμό τους κι όμως τής ήταν αδύνατο να διαγράψει από τη μνήμη της το πρόσωπό του. Οι αναμνήσεις ξεπηδούσαν σαν φλογερά βέλη από μέσα της που έκαιγαν την πληγωμένη καρδιά της. Η απογοήτευση γινόταν νοσταλγία και το αντίστροφο ·φαύλος κύκλος που καθιστούσε ακόμη πιο έντονη την απώλεια. Όσο δυνατή κι αν ήταν η αγάπη της όμως, δεν μπορούσε να λησμονήσει την αχαριστία που εισέπραξε από εκείνον. Όσο κι αν προσπαθούσε, η αχαριστία αυτή είχε ριζώσει βαθιά μέσα της. Ήταν εκείνο το συναίσθημα που την έκανε να πιστεύει πως ο χωρισμός ήταν η μοναδική και ασφαλέστερη λύση, αφού είχε συνειδητοποιήσει ότι η σχέση τους δεν ήταν παρά ένα ναυάγιο.

                                                                                   Γ.Κ.



Το ναυάγιο είναι το κενό που νιώθουμε μέσα μας όταν χάνουμε ένα κοντινό μας πρόσωπο. Η απόγνωση και η μελαγχολία. Η θλίψη την οποία δεν ξέρουμε πώς να τα ξεπεράσουμε… ο ψυχικός πόνος που φέρνει κάθε χαμένη αγάπη, ο οποίος φαντάζει αξεπέραστος σαν ένας ψυχικός μονόδρομος. Είναι η στενοχώρια την οποία παρόλο που προσπαθούμε, με ότι δύναμη έχουμε, να την ξεπεράσουμε δεν καταφέρνουμε να κάνουμε τον εαυτό μας να νοιώσει καλύτερα. Είναι η χαρά που χάνεται, ναυαγεί, με το χάσιμο κάποιου που αγαπάς.

Α.Δ.

Σε ορισμένα ταξίδια, χρειάζεται στην αρχή πολλή  προσπάθεια ή χρήμα για να τα κάνεις. Η μοναξιά που νοιώθεις όμως σε ωθεί να γνωρίσεις νέα πρόσωπα, νέους χώρους και νέες καταστάσεις. Κατά τη διάρκεια τους, μπορεί να νοιώσεις απογοήτευση και νοσταλγία. Μπορεί για παράδειγμα να χάσεις κάτι σημαντικό όπως πολλά χρήματα, αλλά η μαγεία που θα νοιώθεις κατά την διάρκεια του ταξιδιού δεν μπορεί να περιγραφτεί. Το πιο σημαντικό είναι να γνωρίζει το άτομο ότι όσο μεγαλύτερη προσπάθεια και θυσίες κάνει για ένα ταξίδι τόσο ασφαλείς θα είναι από ένα «ναυάγιο».

Δ.Α.

Αρκετές φορές πολλοί από εμάς αισθανόμαστε σαν ναυαγοί, έχοντας χάσει παρέες, στόχους και διάθεση για δημιουργία. Νοιώθουμε σαν να βρισκόμαστε σε ένα έρημο νησί ολομόναχοι. Είναι στιγμές που όλα αυτά τα συναισθήματα καταπνίγουν τη φαντασία μας και δεν μας αφήνουν να κατανοήσουμε το πλήθος και την ποικιλομορφία των οργανισμών που συνθέτουν τη μαγεία του βυθού της θάλασσας που μας περιβάλλει. Σ’ αυτό το βυθό, μπορεί να υπάρχει και ένα ναυάγιο. Όταν βρισκόταν στην ακμή του έκανε ταξίδια, επισκέπτονταν μέρη και είχε πιστούς συντρόφους του τους ναύτες. Κάποια στιγμή, βυθίστηκε και τα έχασε όλα. Και όμως τα ξεπέρασε γρήγορα, αφού κάτω απ’ το νερό συνάντησε νέα παρέα, τους οργανισμούς της θάλασσας, που περνούν από μέσα του παίζοντας μαζί του ένα ατέλειωτο παιχνίδι. Όπως αυτό το ναυάγιο, έτσι και εμείς δεν πρέπει να χάνουμε τις ελπίδες μας με την πρώτη αποτυχία, αλλά να ξέρουμε ότι γύρω μας πάντα θα υπάρχει ένας άλλος σύντροφος, ένας άλλος φίλος, ένα άλλο όνειρο.

  Σ.Α.

Τον αγαπούσε και τον λάτρευε σαν θεό. Το πρόσωπό του ερχόταν συνεχώς στη σκέψη της και τις νύχτες έμενε ξάγρυπνη. Εκείνος όμως δεν ένοιωθε το ίδιο. Το παγωμένο βλέμμα του και η αδιαφορία, της ράγιζε την καρδιά. Η σχέση τους έμοιαζε με ναυάγιο. Η αγάπη και ο έρωτας συνεχώς χτυπούσαν στα κοφτερά βράχια της ψυχής του αγοριού της. Το κορίτσι ήταν η σκέψη του όμορφου ταξιδιού, ενώ το αγόρι έμοιαζε με τη θλίψη και τη μελαγχολία που αποπνέει η εικόνα ενός ναυαγίου. Αφού απομακρύνθηκαν, το κορίτσι συνειδητοποίησε πως τελικά η καλύτερη λύση ήταν αυτή. Οι προσπάθειές της κατέληγαν απέλπιδες εφόσον δεν έβρισκαν αντίκρισμα. Η ηρεμία πλημμύριζε την ψυχή της και επούλωνε κάθε πόνο που ένοιωθε. Η μπόρα είχε περάσει και το ουράνιο τόξο δεν αργούσε να φανεί.

Γ.Κ.

Για ένα ταξίδι ξεκίνησε πάλι, ένα ταξίδι σαν όλα τα υπόλοιπα. Ήταν συνηθισμένος άλλωστε σ΄αυτά τα ταξίδια… είχε κάνει πολλά και την ήξερε καλά τη θάλασσα. Κάθε που ο ήλιος έγερνε προς τη δύση έτοιμος να χαθεί από τον καταγάλανο ουρανό, που ήταν σαν να καθρεφτίζει τη θάλασσα μερικές φορές τον έπιανε μια περίεργη χαρμολύπη. Αναπολούσε όλα αυτά που πέρασε σε στεριά και θάλασσα. Αλλά πιο πολύ στη στεριά, γιατί εκεί την είχε δει. Εκεί…. Στο λιμάνι από αυτά που συνήθιζε ν΄αράζει. Εκεί με το κατάλευκο φόρεμά της και τα μαλλιά της λυτά  να αγκαλιάζουν την πλάτη της. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε…ούτε εκείνος θυμόταν πόσα… αλλά όμως ούτε μέρα δεν είχε περάσει που να κοιτάζει τον ήλιο να δύει και να μην την θυμάται. Και τότε πάλι ερχόταν εκείνη η στιγμή που γέμιζε πάλι τυφλές ελπίδες ότι μπορεί πάλι να την ξαναδεί  σ΄ένα λιμάνι από αυτά που άραζε συχνά…όμως αυτό κρατούσε λίγο και επέστρεφε ξανά η θλίψη στα μάτια και στην καρδιά του… Η θλίψη που την άφησε να χαθεί έτσι… που δεν είχε το θάρρος…

Π.Λ.

Το 700 π.Χ. ο Οδυσσέας, βασιλιάς της Ιθάκης αναγκάστηκε να αφήσει τη γυναίκα του, την πατρίδα του, το γιό του ξια να υπερασπιστε’ί τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο, ο οποίος είχε ξεσπάσει. Ο δεκαετής αυτός πόλεμος τελείωσε με νικητές τους Έλληνες. Στο τέλος, ο Οδυσσέας διέπραξε ύβρη στους θεούς, οι οποίοι έδωσαν παράταση στη μακρινή επιστροφή του. Μετά από δεκαετείς περιπλανήσεις νοσταλγίας, ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη όπου έζησε με την οικογένειά του μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κ.Μ.

Μέσα στην απεραντοσύνη της θάλασσας, η μοναξιά είναι ανυπόφορη, η λύπη για τα πρόσωπα που αγαπάς και βρίσκονται μίλια μακριά σου είναι έντονη. Τεράστια η μελαγχολία που νιώθεις να σε κυριεύει όλο και πιο πολύ. Θες να αφεθείς στο θάνατο, το ναυάγιο είναι τόσο κοντά που θέλεις να φύγεις , να ηρεμήσεις. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω, τη στιγμή που το ναυάγιο ξεπερνά τη σκέψη και φτάνει στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει λύση. Η γαλήνη της θάλασσας, η τελευταία στιγμή.                                                Η.Β.

Τα καλοκαίρια… Άραγε ποιος από εμάς δεν έχει νιώσει στην αρχή του Σεπτέμβρη τη μελαγχολία που αφήνει πίσω του το καλοκαίρι φεύγοντας; Αρχίζεις να νοσταλγείς τις τρέλες και τις βραδινές βόλτες κάθε μέρα που ήταν ανέμελη και ξέγνοιαστη μακριά από το άγχος και την πίεση του χειμώνα. Έτσι νιώθεις το ‘’ναυάγιο΄΄ της χαράς να εισβάλλει μέσα σου.        Ε.Γ.

Πολλές φορές έχουμε ανάγκη ανθρώπους οι οποίοι μας κατακλύζουν με την αθωότητα και την ανεξάντλητη προσφορά αγάπης. Η ιδιοτέλεια είναι ανύπαρκτη και ένας άνθρωπος όντας ευτυχισμένος με έναν άλλον βιώνει την απόλυτη μαγεία. Όμως οι άνθρωποι κουράζονται και ψάχνουν τρόπους διαφυγής, φοβούνται γιατί δεν έχουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τα αισθήματα που βλέπουν ότι ξεθωράζουν. Δεν μιλάνε στο συνοδοιπόρο τους και έτσι καταλήγουν να τον χάσουν ολοσχερώς.       Α.Ε.

Στις 12 Ιουλίου μάθαμε πως το κρουαζιερόπλοιο που μετέφερε την αδερφή μου και τον άνδρα της από τις διακοπές τους ναυάγησε. Και πως μέσα στους νεκρούς ήταν κι αυτοί. Η στενοχώρια μας ήταν τόση που όταν μας πήγαν να τους αναγνωρίσουμε τους μπερδέψαμε με άλλους και παρ’ ολίγο να μας κλείσουν στη φυλακή. Η αδερφή μου και ο άνδρας της αγαπιόντουσαν πολύ και είχαν πάει ένα ταξίδι αλλά δεν ήταν τυχεροί. Έτσι όταν ξεκίνησαν από το λιμάνι για κοντά μια ώρα μετά αισθάνθηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στο πλοίο. Έτσι, το πλοίο άρχισε να παίρνει νερά με αποτέλεσμα να χαθούν 1.500 άνθρωποι και μέσα σε αυτούς- και η αδερφή μου με τον άνδρα της.

                                                                                                                           Γ.Κ.

Ολόκληρη η ζωή του ανθρώπου αποτελείται από στιγμές, τις οποίες καθορίζει ο ίδιος μέσα από τις επιλογές που κάνει. Τις περισσότερες φορές  οι αναμνήσεις που αποκτά είναι ιδιαίτερα ευχάριστες και συνήθως συμπεριλαμβάνουν συγγενικά πρόσωπα ή φιλκά. Αυτές τις αναμνήσεις τις φυλάει στην καρδιά του. Όταν τις φέρνει στο νου του αναπολεί και νοιώθει μια νοσταλγία διότι αναλογίζεται ότι ίσως να μην συμβούν ξανά. Υπάρχουν ωστόσο και στιγμές που ήταν για τον ίδιο επώδυνες, κατά τις οποίες ένοιωσε ίσως ότι είχε φτάσει στα όριά του, σε μια κατάσταση απροχώρητη. Τότε ήταν που αισθανόταν μία ανεξήγητη μοναξιά ενώ την ίδια περιβαλλόταν από άτομα που ενδιαφέροταν για το καλό του, που ήθελαν να τον προσφέρουν όση αγάπη χρειαζόταν απλά εκείνος δεν το έβλεπε διότι οι κακές του εμπειρίες τον τύφλωναν. Είχε βιώσει δύσκολες καταστάσεις, πολλές απογοητεύσεις και ήττες και του ήταν δύσκολο πλέον να εμπιστευτεί ξανά. Ένοιωθε ότι χανόταν σταδιακά σε ένα συναισθηματικό ναυάγιο, από το οποίο δύσκολα γλιτώνει κανείς. Ατένιζε με μελαγχολία τα παιδικά του χρόνια και επιθυμούσε να γυρίσει σε εκείνη την αθωότητα. Πολλές φορές πίστεψε ότι δεν αντέχει άλλο και όμως κάθε φορά ένα γεγονός του έδινε το κουράγιο να συνεχίσει. Κάτι που του έδινε την ελπίδα να μην το βάλει κάτω και να προσπαθεί ακόμη περισοότερο. Έγινε έτσι ένας αγωνιστής της ζωής που παλεύει να εκπληρώσει τα όνειρά του.

                                                                                                                                                                                   Β.Κ.  
Ήξερε πως δεν τους άξιζε αυτό το τέλος.Κοίταζε τις φωτογραφίες τους και ένιωθε στα αυτιά της μια μελωδία, μια μελωδία τόσο οικεία.. Και βέβαια, ήταν η μελωδία της νοσταλγίας για όλα αυτα τα χρόνια που πέρασαν μαζί. Από μέσα της ξεπηδούσαν ανεξέλεγκτα πολλά συναισθήματα, άλλοτε αυτά της γλυκιάς χαράς και άλλοτε της αβάσταχτης θλίψης. Όλα αυτά ήταν πλέον αναμνήσεις,είχαν προσπαθήσει τόσο πολύ να σώσουν την αγάπη τους και τους εαυτούς τους αλλά μάταια.Ένα δάκρυ κύλησε όταν ξαφνικά μπήκε στο δωμάτιο για να την δει μια τελευταία φορά. Λυπάμαι γι΄αυτή την κατάληξη, είπε. Πώς γίναμε τόσο αδιάφοροι ο ένας για τον άλλο; Τόσο κενοί που δεν μπορούμε να μας προσφέρουμε τίποτε άλλο. Τόσο ανούσιοι, σαν παρενθέσεις στην υπόλοιπη ζωή μας. Αντίο για πάντα. Αγκαλιάστηκαν τόσο σφιχτά που ένωσαν όλα τα σπασμένα κομμάτια τους και μετά χάος. Κατευθύνθηκαν προς την έξοδο με τη βαλίτσα της και αποχωρίστηκαν ο ένας τον άλλον. Όλα όσα είχαν ζήσει μαζί τελείωσαν με ένα απλό κλείσιμο της πόρτας. Και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. 
                                                                  Β.Κ.